Ανέλπιστη γνωριμία
Πάνε 5 χρόνια που ξεκίνησα να παραθερίζω σε ένα ξενοδοχείο σε έναν παραθαλάσσιο οικισμό στην ανατολική Ελλάδα. Η Θάλασσα μαγευτική, μία απέραντη παραλία 10km με μία αμμουδιά καταπληκτική. Οι διακοπές μου εκεί ήταν πάντα βαρετές, καθώς οι κάτοικοι ήταν λίγοι και νυχτερινή ζωή δεν είχε. Μόνο ένα κωλοκαφενείο που μαζεύονταν οι γέροι του χωριού. Το ξενοδοχείο ήταν στο τέλος του οικισμού και ανάμεσα στην παραλία και σε αυτό μεσολαβούσαν τα τελευταία μέτρα ασφάλτινου δρόμου. Πιο πέρα ξανοιγόταν ένας χωματόδρομος που οδηγούσε σε μία απομακρυσμένη και όμορφη παραλία.
Οι μέρες μου πάντοτε κυλούσαν βασανιστικά αργά και βαρετά. . . κάθε χρονιά μέχρι φέτος:
Ένα βράδυ γύρω στις δύο τα ξημερώματα ήμουν αραχτός κάτω στις καρέκλες του ξενοδοχείου και διάβαζα ένα βιβλίο μέχρι μου ενώ ένα scooter πηγαινοερχόταν πάνω κάτω στο δρόμο. Δεν έδωσα σημασία γιατί κατά τη διάρκεια της νύχτας ήταν συχνό φαινόμενο να πηγαίνουν ζευγάρια στην έρημη παραλία να τη βρούνε.
Σε κάποια φάση το scooter σταματάει μπροστά μου με τα φώτα να με τυφλώνουνε και ακούω γυναικεία γελάκια.
- Συγγνώμη, μήπως έχεις ώρα?
Κλασική ατάκα που με ξενέρωσε τελείως παρόλο που τα γελάκια μου είχαν εξάψει την περιέργεια. Σηκώθηκα να βγω από το φως του προβολέα , κοίταξα το ρολόι μου και γυρνάω και τους κάνω:
- Δύο τα ξημερώματα.
Κοιτάζω καλύτερα. Χάρμα οφθαλμών: Δύο κοπέλες μικρότερές μου βέβαια με το μάτι τους να παίζει ακατάπαυστα. Αυτή που οδηγούσε φορούσε μία κοντή τζιν φούστα και από πάνω ένα πολύ εφαρμοστό τοπ που άφηνε να φαίνεται το μαγιό της. Οι καμπύλες της ήταν το κάτι άλλο. Τέλεια, ολοστρόγγυλα, μεγάλα και πεταχτά βυζόμπαλα έτοιμα να τα ρουφήξεις και να μην χορταίνεις. Απίστευτες γάμπες και γυμνασμένοι κοιλιακοί. Είχε ύψος γύρω στο 1,65, μελαχρινή με σκούρα μάτια.


