Πως γαμάνε οι κρητικοί
Πήγαμε στη Χερσόνησο σε ένα ξενοδοχείο λίγο έξω από το κέντρο της πόλης. Είχα ακούσει ότι η Κρήτη και Χερσόνησος είναι ο παράδεισος των Βρετανών και των Γερμανών και ενθουσιάστηκα όταν πάτησα το πόδι μου και νόμιζα ότι θα ξεφαντώσω. Το ξενοδοχείο που μέναμε ήταν πολυτελές, όχι πολύ κοντά στη θάλασσα, ενώ δίπλα ακριβώς από την αυλή της πισίνας μας, ήταν ένα χωράφι απέναντι από το σύρμα της περίφραξης. Κάθε πρωί που βαριόμουνα να πάω στη θάλασσα, επέλεγα να κάνω μπάνιο στη πισίνα. Οι γονείς μου προτιμούσαν τη θάλασσα, ξυπνούσα αργά και αυτοί έφευγαν το πρωί για τη θάλασσα και έρχονταν το μεσημέρι. Κάνοντας λοιπόν μπάνιο κάθε μεσημεράκι όταν ξυπνούσα, στη πισίνα έβλεπα έναν άντρα και ήταν στο χωράφι και δούλευε, ντούρος μελαχρινός, κρητική φυσιογνωμία, ψηλός γύρω στα 30. Πολύ δουλειά πάντως… δεν σήκωνε κεφάλι.
Μερικές φορές έριχνε το βλέμμα του στη μεριά μου και με κοίταζε. Φορούσα ένα μπικίνι πράσινο χρώμα και είχα μεγάλα στήθη. Κοίταζε τα στήθη μου και γω καύλωνα και άρχιζα να τον κοιτάω και εγώ. Την επόμενη μέρα, ξύπνησα νωρίς αλλά δεν πήγα στη θάλασσα, έκανα ότι κοιμόμουν για να κάνω μπάνιο στη πισίνα. Πήγα στη πισίνα και ήταν εκεί ο παίδαρος… άρχιζα και καύλωνα. Στη μεριά του σύρματος ήταν μία βρύση και τη μαστόρευε. Μια στιγμή το εργαλείο του έφυγε από τα χέρια του και έπεσε από τη μεριά του δικού μου φράχτη. Ήταν η ευκαιρία. Πάλευε ο παίδαρος να βάλει τα χέρια του ανάμεσα από το φράχτη να το πάρει, αλλά δεν μπορούσε. Δεν μου είπε να του το δώσω. Αυτός από ότι κατάλαβα ήταν απορροφημένος από τη δουλεία έχοντας ιδρώσει. Τον λυπήθηκα και πλησίασα.


