Η Ρωσίδα κομμώτρια
Είχα πάει για κούρεμα στο κουρείο της γειτονιάς που δεν το αλλάζω με τίποτα. Κι αλλού να μετακόμιζα εκεί θα πήγαινα για κούρεμα. Το κουρείο το έχει ένα παλικάρι Πόντιος αλλά προσπαθεί να το φτιάξει λίγο και να βάλει και κάποιους γνωστούς του (Πόντιους, Ρωσοπόντιους) στη δουλειά. Πιο παλιά είχε και την αδελφή του και πρόσφατα είχε έρθει και μια συμπατριώτισσά του αλλά ήταν κάπως παχουλή και δε μου έκανε κούκου. Εκείνη τη μέρα όμως έπαθα πλάκα.
Είχε έρθει στο μαγαζί μια καινούργια, Ρωσίδα. Ξανθιά, γαλανά μάτια, σαρκώδη χείλη, με λεπτή μέση, σφριγηλό κωλαράκι κι ολοστρόγγυλο, πλούσιο στήθος. Το μόνο μειονέκτημα που είχε ήταν ότι ήταν κάπως κοντή για την καταγωγή της αλλά και για Ελληνίδα. Ήταν 1,60. Εμένα δε με χάλαγε. Ειδικά όταν είδα τον κώλο της αμέσως κάτι ξύπνησε κάτω στο παντελόνι μου. "Αν την κρατήσει αυτή στο μαγαζί θα περάσουμε ωραία" σκέφτηκα και κάθισα να περιμένω τη σειρά μου. Όση ώρα περίμενα δεν μπορούσα να πάρω τα μάτια μου από πάνω της και μάλιστα το βλέμμα μου ήταν καρφωμένο συνέχεια στα κωλομέρια της. Φορούσε ένα εφαρμοστό χαμηλοκάβαλο τζιν που τόνιζε ακόμη περισσότερο τη σφριγηλότητά τους κι από πάνω ένα φούτερ με φερμουάρ το οποίο όταν σήκωνε τα χέρια της ανέβαινε μέχρι τον αφαλό. Η επιδερμίδα της πολύ λεία και λευκή. Μια στιγμή της έπεσε η χτένα κι έσκυψε να τη σηκώσει. Τότε εμφανίστηκε μπροστά μου το λευκό της στρινγκ. Παρακάλαγα να με κουρέψει αυτή κι έτσι κι έγινε.
Έτυχε (?) να με κουρέψει. Δεν ξέρω αν με είχε πάρει χαμπάρι που την κοιτούσα και την έγδυνα με τα μάτια μου τόση ώρα. Καθ' όλη τη διάρκεια του κουρέματος ήμουν μια ανάσα από το στήθος της κι από το να την αρπάξω και να της αλλάξω τα φώτα έτσι μικροκαμωμένη που ήταν. Καθώς τελείωνε το κούρεμα μου ζήτησε να φορέσω τα γυαλιά (μυωπίας) για να δω αν μου άρεσε. Μετά τα ξαναέβγαλα για να πάρει τις τρίχες από το πρόσωπό μου.Όπως τα έβγαζα, άφησα το χέρι μου να αιωρείται κι όταν ήρθε δίπλα μου της χούφτωσα το μπούτι διακριτικά χωρίς να μας πάρει είδηση κανείς και της το χάιδεψα για λίγο. Δεμ είπε τίποτα ούτε αντέδρασε.Μάλλον με γούσταρε κι αυτή.
Τελείωσε με το κούρεμα, πλήρωσα κι έφυγα μην μπορώντας να τη βγάλω από το μυαλό μου. Βέβαια είχα καταστρώσει το σχέδιό μου. Είχα ξεχάσει επίτηδες στο μαγαζί το κινητό μου. Πήρα τηλέφωνο από το σπίτι, τους είπα ότι θα περάσω αργότερα να το πάρω και για καλή μου τύχη το αφεντικό μου είπε ότι θα ήταν εκεί η Μαρία (έτσι έλεγαν την κοπέλα) και θα με περίμενε. Αυτό ήταν.
Η βροχή έπεφτε απαλά στα παράθυρα, δημιουργώντας έναν ήχο που έμοιαζε να συγχρονίζεται με την καρδιά μου. Το δωμάτιο ήταν φωτισμένο μόνο από ένα χαμηλό πορτατίφ, που άφηνε το μισό στο σκοτάδι, κάνοντας τις σκιές να φαίνονται ζωντανές.

